Τρίτη 19 Αυγούστου 2008

Συζήτηση με το φεγγάρι

Και τι να ζητήσω απόψε απο το φεγγάρι; Την αγάπη μου πίσω; Την ποια; Εδώ το βλέπω φάτσα μου ακόμη ολοστρόγγυλο σα να με κοροϊδεύει. Είμαι σίγουρη ότι μου βγάζει γλώσσα. Σα να με χλευάζει. Σαν να μου λέει: ποτέ δε θα γίνει αυτό που ζητάς. Ποτέ δε θα πάρεις αυτό που θέλεις. Όσο και να προσευχηθείς, όσο και να παρακαλέσεις, πάρτο απόφαση. Ξέχασέ το. Και συνεχίζω υποκρινόμενη. Και συνεχίζω να αυτομαστιγώνομαι. Γιατί δεν έχω βρειε τον τρόπο μετάβασης σε άλλη διάσταση, είτε νοερά είτε ουσιαστικά με το σώμα μου. Να εξαϋλωθώ. Να πάψω να ονειρεύομαι, να πάψω να προσεύχομαι, να πάψω να ζητάω, με λίγα λόγια να πάψω να πονάω. Να μπορούσα να αποχωριστώ αυτόν τον πόνο. Μοιάζει όμως να τον αγαπάω τον πόνο μου μια και έχουμε γίνει ένα. Δεν αποχωριζόμαστε ούτε λεπτό πια. Όπου πάω, ότι και να κάνω με ακολουθεί. Έχει μείνει ο μόνος πιστός φίλος. Αυτός και το φεγγάρι με τη γλώσσα έξω. Είναι όμως η μόνη διέξοδος. Μόνο στο φεγγάρι μπορώ να πω την αλήθεια. Σε όλους τους άλλους υποχρεώνομαι να πω ψέματα. Αλλά σε όλους, μηδενός εξαιρουμένου. Γιατί η αλήθεια δεν επιτρέπεται και δε συγχωρείται. Η κοινωνία μας είναι έτσι που η αλήθεια μόνο κακό μπορεί να σου κάνει. Πρέπει να το "παίζεις" δυνατή, άτρωτη και πάνω απ΄όλα πρέπει άπαντες να πεισθούν ότι τα ξεπέρασες όλα. Ότι τα άφησες όλα πίσω. Ακόμα κι αν ξεσκίζεσαι, ακόμα κι αν έχεις ανάγκη να φωνάξεις την αλήθεια, πρέπει να τους ξεγελάς όλους με πρώτο και καλύτερο τον εαυτό σου και αμέσως μετά το αντικείμενο του...πόνου. Και μετά τον περίγυρο. Ορκίζεσαι ότι όλα έχουν μείνει πίσω. Ότι τα ξέχασες και τα ξεπέρασες όλα. Το μεγαλύτερο ψέμα που ειπώθηκε ποτέ. Το φεγγάρι όμως ξέρει. Έχει ακούσει όλη την αλήθεια. Ξέρει ότι κάθε βράδυ τέτοια ώρα θα του πεις ότι δεν έχεις κάνει ούτε ένα τόσο βηματάκι. Ότι όλα όσα ένιωθες είναι ακόμα εκεί, αμείωτα και αναλλοίωτα. Ότι οι μνήμες όχι μόνο δεν έχουν ξεθωριάσει, αλλά αυτήν την ώρα θεριεύουν. Και απειλούν να σε πνίξουν. Και περιμένεις την ευλογημένη ώρα που θα έρθει λυτρωτικά ο ύπνος. Και εκεί όμως δεν έχεις τύχη. Γιατί στοιχειώνουν τα όνειρά σου. Και απλώνεις το χέρι για να αγγίξεις αυτόν που κοιμάται δίπλα σου. Ποιον; Όνειρο ήταν. Και η αγκαλιά και το φιλί ήταν στο όνειρο. Αλλά πού θα πάει θα ξημερώσει. Και το φως του ήλιου θα τα σβήσει όλα. Αλίμονο, τότε αρχίζει ο αγώνας. Μέσα στην καθημερινότητα οι σκέψεις που δεν ελέγχονται σου δημιουργούν έναν συνεχή εκνευρισμό, μια και απαγορεύεται να κλάψεις για να ξεσπάσεις. Και τότε νιώθεις το βάρος να μεγαλώνει. Χτυπάει το τηλέφωνο και καρδιοχτυπάς κι ας ξέρεις ότι αποκλείεται να σου τηλεφωνήσει. Και ανοίγεις τον υπολογιστή και τα μηνύματα είναι από το Γιώργο και τη Μαριέτα. Κι αν είναι από εκεί που περιμένεις το περιεχόμενο σε ρίχνει ακόμα περισσότερο. Και κάποια στιγμή υποχρεωτικά τον συναντάς. Και εκεί ξετυλίγεται το δράμα σε όλο του το μεγαλείο. Κάνεις ότι μπορείς για να ξευτιλιστείς. Για να πέσεις όσο πιο χαμηλά γίνεται. Αλλά δε σε νοιάζει. Αρκεί να αλλάξει γνώμη. Που ποτέ δε γίνεται και ποτέ δε θα γίνει. Και δεν είναι ότι ελπίζεις. Απλά δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς. Απλούστατα γιατί οι άμυνες καταρρέουν. Δεν υπάρχουν. Καταργούνται. Ήταν τείχη γερά χτισμένα στην...άμμο. Και στο πρώτο βλέμμα γκρεμίστηκαν. Και να έχεις τους πάντες, αλλά τους πάντες να σου λένε ότι όλα είναι στο μυαλό. Και ποιος είπε όχι. Αλλά τι γίνεται με αυτά που είναι στην καρδιά; Πώς μεταφέρονται στο μυαλό; Ακούει κανείς να απαντήσει; Όπως πάντα κανείς

Δεν υπάρχουν σχόλια: